Η Βούλα Πατουλίδου μίλησε για την απώλεια του συζύγου της - «Έφυγε μες στην αγκαλιά μου» (video)
Διαφήμιση - Advertisement
Διαφήμιση - Advertisement
Συγκίνησε η Βούλα Πατουλίδου, η οποία μίλησε στα parapolitika.gr και τη δημοσιογράφο Σάσα Σταμάτη για την πρόσφατη απώλεια του συζύγου της, Δημήτρη Ζαρζαβατσίδη... Το σχετικό ηχητικό απόσπασμα δημοσιεύθηκε στο Instagram. Η χρυσή Ολυμπιονίκης εξομολογήθηκε, μεταξύ άλλων:
«Αυτός που έχει ζήσει στιγμές δεν μπορεί να τις μοιραστεί με κανέναν άλλον, παρά μόνο με αυτόν που τις δημιούργησε. Εγώ με τον Τζιμάκο μου. Και τα των Ολυμπιακών Αγώνων αλλά και αυτό το διαμαντάκι που λέγεται γιος μας. Του μιλάω, του λέω "Πού είσαι; Πού κρύφτηκες;", αλλά δεν μου απαντάει.
Δεν ήταν εντελώς ξαφνικό για εμάς, γιατί ο Θεούλης μας είχε δώσει τρεις παρατάσεις. Μια ήταν το 2007, στις 25 Ιανουαρίου που έφυγε η καρδούλα μας και ξαναγυρίσαμε, να είναι καλά οι γιατροί. Μία άλλη ήταν πριν από τρία χρόνια που βάλαμε απινιδωτή. Και μία ακόμη ήτανε τώρα που αντιμετωπίζαμε αυτά των δικαστικών αγώνων που είχα εγώ με την Περιφέρεια και 18 Μαρτίου απαλλάχτηκα από όλα. Στις 21 Μαρτίου, εκεί που λέγαμε ότι θα κάνουμε γλέντι, έγινε η διάγνωση καρκίνου στο πάγκρεας. Δύσκολο... Ήρθε μία ολόκληρη εντατική με εξαιρετικούς γιατρούς και νοσηλευτές, αλλά μας πρόδωσε η καρδούλα του. Έφυγε μες στην αγκαλιά μου πριν προλάβω να του πω οτιδήποτε. Πάλεψε μια ώρα.
Ο Τζιμάκος δεν ήταν απλά ο άντρας μου, ήταν ο φίλος μου, ο συνοδοιπόρος μου, ο προπονητής μου, ο πατέρας μου, ο αγαπημένος μου, ο σύντροφός ζωής, ο πατέρας του παιδιού μου. Μαλώναμε και αγαπιόμασταν ταυτόχρονα. Μου έμαθε να γελάω. Εγώ ήμουνα ένα αγρίμι και με ηρέμησε. Δεν με ζήλεψε ποτέ.
Εγώ και ο γιος μου προλάβαμε να του πούμε αυτά που θέλαμε... Βρυχάται η απουσία του. Γκαρίζει η απουσία του. Πονάει και ειδικά τα βράδια, όλες οι μνήμες έρχονται τότε. Μου φαίνεται δύσκολο, δεν ξέρω αν το διαχειρίζομαι. Δεν ξέρω πώς θα είναι η ζωή μου χωρίς εκείνον...
Προχθές πήγαμε να κάνουμε τα τριήμερα και δυστυχώς ή ευτυχώς το μνήμα του είναι δίπλα στα τέσσερα παιδιά από τα Τέμπη. Ήταν και μία μητέρα εκεί και όταν την είδα, κατέβασε το κεφάλι και δεν ήξερα τι να της πω».
