Βασίλης Σκουλάς: «Ο πρώτος που χόρευε, έπεσε νεκρός στην πίστα από τη συγκίνηση... Πενήντα χρονών, έπαθε ανακοπή» (video)
Διαφήμιση - Advertisement
Διαφήμιση - Advertisement
Ο Βασίλης Σκουλάς παραχώρησε συνέντευξη στην κάμερα της εκπομπής «Νωρίς - νωρίς», με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου του «Στο μετερίζι της ανθρωπιάς». Ο καταξιωμένος τραγουδιστής και λυράρης εξομολογήθηκε, μεταξύ άλλων:
«Όσο οι καιροί δυσκολεύουν, είναι πιο επιτακτική ανάγκη για όλους να μπούμε στη διαδικασία και να νιώσουμε τον άνθρωπο, τον συνάνθρωπό μας, τον εαυτό μας. Να πορευτούμε με αυτό, με αυτή την έννοια που έχει να δείξει ο τίτλος του βιβλίου, "Στο μετερίζι της ανθρωπιάς".
Εννιά αδέλφια ήμασταν, εγώ είμαι ο όγδοος. Από μια μεριά νιώθω τυχερός, διότι γνώρισα τη σκληράδα της εποχής σε πολύ μικρή ηλικία, από μικρό παιδί. Δεν είχαμε καταρχήν ούτε τoυαλέτα στο σπίτι. Ένα σπίτι το οποίο μεγαλώσαμε έντεκα άνθρωποι μέσα, το οποίο ήτανε έξι επί πέντε. Δεν υπήρχε ρεύμα, και μπορώ να πω ότι αισθάνομαι τυχερός, γιατί βίωσα αυτές τις καταστάσεις και εκτίμησα μετά περισσότερο την εξέλιξη και τα πράγματα, τα οποία αποκτήσαμε και κερδίσαμε. Σήμερα όμως τα νέα παιδιά δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια. Αν δεν στερηθείς, δεν εκτιμάς.
Τον παππού μου (σ.σ. ήταν λυράρης) δεν τον πρόλαβα, πέθανε το 1935 σε ηλικία 55 χρονών. Είχε πάθει βρογχικό άσθμα. Είχε κάνει και καφενείο, το καφενείο που έχω γαλουχηθεί δίπλα στο σπίτι. Εκεί λοιπόν ήτανε το αποκούμπι μου. Βλέποντας και παρατηρώντας από μικρό παιδί τους παλιότερους που φωνάζανε τον λυράρη, να τραγουδούνε, όλα αυτά αποτυπωθήκανε πολύ έντονα στη μνήμη μου.
Με βλέπανε και στο καφενείο και ο πατέρας μου (σ.σ. ήταν λαϊκός ζωγράφος) και οι θείοι μου που είχα τάση. Όταν λοιπόν έπιασα τη λύρα - μου πήρε ο πατέρας μου μια λύρα από ένα μαραγκό -, σε σύντομο χρόνο χρωμάτισα κάποιες μελωδίες. Άρχισα να παίζω του παππού μου πράγματα, που μου τα μεταφέρανε οι νεότεροι λυράρηδες που ήταν στην παρέα που γλεντούσαν στο καφενείο. Βλέπανε στο πρόσωπό μου προέκταση του παππού μου. 12 χρονών πρωτόπαιξα στο πρώτο πανηγύρι και μετά σε γάμο, μου αναθέσανε και με εμπιστευτήκανε κοινωνικές εκδηλώσεις...
Όσο πιο απομακρυσμένος είναι ο μετανάστης, είναι πολύ περισσότερη η νοσταλγία. Δηλαδή στην Αυστραλία (σ.σ. αναφέρεται στις συναυλίες που έδωσε), παραδείγματος χάρη, ήτανε πολύ περισσότερη νοσταλγία. Στη Νότια Αφρική ήτανε κάτι το ιδιαίτερο. Κι έχω μια εμπειρία, η οποία ήταν ευχάριστη από μια μεριά, αλλά και δυσάρεστη, διότι η εκδήλωση αυτή ήταν για τη Μάχη της Κρήτης. Ξεκίνησα με αυτό το τραγούδι... "Τρώτε και πίνετε άρχοντες και εγώ θα σας διηγούμαι". Μόλις ξεκίνησα, σαν να ήταν ένας ηλεκτρισμός...
Ούτε πρωτόκολλο υπήρχε, ούτε τίποτα. Γέμισε η πίστα από τους ανθρώπους. Δεν θυμάμαι, στον τρίτο ή τέταρτο κύκλο, ο πρώτος που χόρευε, έπεσε νεκρός στην πίστα... από τη συγκίνηση. Πενήντα χρονών, έπαθε ανακοπή... Πέθανε. Εγώ δεν σταμάτησα. Τον βγάλανε έξω, φωνάζω τον Πρόεδρο και μου λέει "Βασίλη, έχει πεθάνει...". Αυτό ήταν κάτι το οποίο μου έχει μείνει ανεξίτηλο»
