Μαριώ: «Ο Άγιος Παΐσιος ήταν πρώτος ξάδερφος της μητέρας μου - Δεν έκανα ποτέ κovσομασιόν» (video)
Διαφήμιση - Advertisement
Διαφήμιση - Advertisement
Η Μαριώ παραχώρησε συνέντευξη στην κάμερα της εκπομπής «Super Κατερίνα». Η καταξιωμένη ερμηνεύτρια του ρεμπέτικου τραγουδιού είπε στον Στέφανο Κωνσταντινίδη:
«Βέβαια πιστεύω. Είναι να μην πιστεύω; Η οικογένειά μου είναι θρησκευόμενη, απ' την πλευρά της μαμάς μου και του μπαμπά μου. Η γιαγιά μου - η μαμά της μαμάς μου - και η μαμά του Παΐσιου ήταν αδελφές. Ο Άγιος Παΐσιος ήταν πρώτος ξάδερφος της μαμάς μου. Ήταν η μαμά μου απ' τα Φάρασα και δεν ξέραμε ότι είναι συγγενείς μας.
Από πολύ μικρή ήμουνα στη νύχτα. Ο μπαμπάς μου ήταν ντράμερ, ήταν μουσικός. Κι έτσι η οικογένειά μας, από όλους αυτούς βγήκα εγώ. Εγώ ξεκίνησα 13 χρονών να παίζω ακορντεόν. Ο μπαμπάς μου αρχικά δεν ήθελε να τραγουδάω. Αυτό που μου έλεγε ήτανε να μην τραγουδάω τα ρεμπέτικα, δεν ήθελε. Τα θεωρούσε υποβαθμισμένα τραγούδια, αλήτικα.
Δεν ήθελε να λέω τραγούδια χασικλiδικα. Έλεγα "Τι θα γίνει τώρα; Αφού είναι η ιστορία αυτή, τι θα κάνουμε τώρα; Θα τους βγάλουμε τους ανθρώπους στο περιθώριο;". Ήδη τους είχαμε τόσα χρόνια, έναν αιώνα στο περιθώριο. Άνθρωποι που γράψανε την ιστορία για τη ζωή τους, όλα τα βιώματά τους, ήρθαμε ξαφνικά, δηλαδή, και τους βάλαμε στη μπάντα. Γιατί, ρε φίλε; Γιατί τώρα έχουνε, δηλαδή, τόση αξία και αξιολογούνε και τον Μάρκο (Βαμβακάρη), τον πατριάρχη του ρεμπέτικου;
Όταν έφτασα σε μια ηλικία που ήμουνα 19 χρονών μετά, η τραγουδίστρια ήταν... "η γυναίκα του δρόμoυ". Ήτανε πολύ φρικτό για μένα, να περπατάω και να λένε "περνάει η vτιζέζ". Αλλάζανε πεζοδρόμιο. Δεν θέλανε ούτε το θρόισμα του αέρα μου οι άνθρωποι και ξαφνικά ήρθε η στιγμή που γύρισα και λέω "Τι κάνουν αυτοί οι άνθρωποι; Τι είναι αυτά που κάνουν; Τι είναι αυτά που λένε;". Δηλαδή εγώ, επειδή είμαι τραγουδίστρια και παίζω ακορντεόν, πάει να πει ότι είμαι και του δρόμου;...
Εγώ δεν έκανα ποτέ κovσομασιόν. Καμιά φορά όταν έκανα, όταν ήμουνα στη Θεσσαλονίκη σε ένα μαγαζί, με κερνάγανε ένα ποτό και δεν το έπινα. Έλεγα "ευχαριστώ δεν πίνω", αλλά το πληρώνανε. Έβλεπα κάτι παράνομα πράγματα, κάτι χέρια κάτω και λέω "Τι γίνεται; Ποιος με πιάνει τα πόδια μου εδώ;".
Την άλλη φορά που πήγα, ήταν η πρώτη και τελευταία βέβαια μετά, με μια καρφίτσα στο σακάκι μου - στο ταγέρ μου - και μόλις άκουγα, έβλεπα, αισθανόμουνα, τους τρυπούσα τα χέρια με την καρφίτσα. Πήγαινα στο καμαρίνι μου, ούτε μεροκάματο έπαιρνα, έπαιρνα τα ρούχα μου και πήγαινα σπίτι μου. Έλεγε η μαμά μου "γιατί ήρθες τόσο νωρίς;" και απαντούσα "Δεν θέλω, εγώ είμαι τραγουδίστρια και μουσικός, δεν έχω καμία δουλειά να πηγαίνω στα τραπέζια"».
